Το υπέροχο ποίημα "Οι πόνοι της Παναγιάς" του Κώστα Βάρναλη σε μουσική: Λουκά Θάνου από το δίσκο "Σάλπισμα" (1980) σε μια καταπληκτική ερμηνεία της Μαρίας Παπαγεωργίου.
Οι
πόνοι της Παναγίας του Βάρναλη, είναι οι πόνοι κάθε σύγχρονης μάνας
μπρος στο αδικοχαμένο παιδί της: θύματα πολέμου και ξεριζωμού, ασθενειών
και ατυχημάτων, βιασμών και ρατσισμού. Αυτές οι μέρες, στον πραγματικό
και βαθύ συμβολισμό τους, είναι σημαντικές για να αφουγκραστούμε
γονυπετείς - μες στη σιωπή μας - τον εκκωφαντικό θόρυβο αυτού του
πόνου.
Με αυτό το ποίημα διακρίθηκε η μαθήτρια του σχολείου μας Τσουτσουμάνου Μαρία της Γ΄τάξης στο 9ο Διαγωνισμό Ποίησης και Πεζόμορφου Στοχασμού από τον Σύνδεσμο
Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου.
Μαρία τα θερμά μας συγχαρητήρια.Να συνεχίσεις να σκέφτεσαι και να γράφεις.
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα “θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!….
ρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
«σώπα».
Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε : «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα “θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!….
Τρίτη 31 Μαρτίου 2009
Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες (Κική Δημουλά)
Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.
Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ' ακανθώδη έθιμα και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.
Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο
σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.
Δε μ' άκουσες. Άφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον. Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι
όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.
Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου. Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα αδημονώντας σε αμνέ μας.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε κι οσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε. ●
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη, η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι. με χίλιες γλώσσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. ●
Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της. ● Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη κι η φύσις βγήκε την καλή και τη γλυκιά της ώρα, και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους ανάκουστος κιλαηδησμός και λιποθυμισμένος.
Δ. Σολωμού (αποσπάσματα από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» ● Ο αποσταμένος Έρωτας στη λεύκα είχε σκαλώσει, κρυμμένος στ’ ανοιξιάτικα τα φύλλα τα’ ασημένια μα δίχως άλλο τα μικρά πουλιά τον είχαν νιώσει, κι είχαν τραγούδια έτσι γλυκά και τόσο κρουσταλλένια.
Λάμπρος Πορφύρας «Ανεμώνες στον άνεμο» ● Η πρωτομαγιά
ΠΙΑΝΩ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ με προσοχή και την ανοίγω:
Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά και μαζί πολλά σερνάμενα ή πετούμενα ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες
θα ‘λεγες έτοιμα όλα τους να παν στο χορό μεταμφιεσμένων του Άδη.
Οδυσσέας Ελύτης «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» ● Του Μαϊού ροδοφαίνεται η μέρα, που ωραιότερη η φύση ξυπνάει, και την κάνουν λαμπρά και γελάει πρασινάδες, αχτίνες, νερά.
Δ. Σολωμός «Πρωτομαγιά» ● Θεσσαλονίκη. Πρωτομαγιά του 1936
Μια μάνα καταμεσής του δρόμου μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της, ενώ γύρω της βουίζουν τα κύματα των διαδηλωτών-απεργών καπνεργατών.
Mέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, άνοιξη γιέ που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης. Γιάννης Ρίτσος «Επιτάφιος» ● Άνοιξη! Ο ήλιος χρυσαφιού πλημμύρα. Μάγια, μύρα παντού, και σ’ αγαπώ, σε καρτερώ
Μαρία Πολυδούρη ● Πού να δώσω να το καταλάβουν οι πλειοψηφίες πως η δύναμη μόνο σκοτώνει και πως το σπουδαιότερο:
Η Άνοιξη και αυτή προϊόν του ανθρώπου είναι.
Οδυσσέας Ελύτης «Το φωτόδεντρο» ● Δε θέλω πια παρά να ζω έτσι όπως ένα δέντρο, οπού θροΐζει ανάλαφρα σε πρωινό του Απρίλη μες σ’ έναν κάμπο ειρηνικό, γεμάτον φως γαλάζιο και παπαρούνες κόκκινες και άσπρο χαμομήλι. Κ. Ουράνης «VITA NUOVA»
Από τη μαθηατική εφημερίδα του σχολείου μας "Τί Νέα"-05/06-Τεύχος 3